Ξισταρκά

250. xistarkaΟ Διοσκουρίδης, ένας από τους γνωστότερους ιατρούς και βοτανολόγους της αρχαίας Ελλάδας, στο σύγγραμμα του «Περί ύλης ιατρικής» αναφέρει ότι στη Κύπρο «…Υπάρχει και άλλο είδος κίσθου, το οποίο αποκαλείται από μερικούς λήδον…» περιγράφοντας την ευρέως διαδεδομένη στην Κύπρο Ξισταρκά. Ποια όμως είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του φυτού και ποια η οικονομική σημασία του;

Η Ξισταρκά ή ο Κίστος ο Κρητικός όπως είναι γνωστό το φυτό στην Ελληνική γλώσσα αποτελεί ένα πολύ κοινό είδος με σχεδόν καθολική εξάπλωση στο νησί και συμμετοχή ως βασικό στοιχείο σε διαφορετικούς τύπους οικοτόπων. Εντοπίζεται κυρίως σε πετρώδεις περιοχές, πλαγιές, δάση και θαμνώνες και σε υψόμετρο από 0-1800m [1,2]. Το φυτό ανήκει στην οικογένεια των Κιστίδων (Cistaceae) και το επιστημονικό όνομα του είναι Cistus creticus παραπέμποντας στο φυτό «κίσθος» που περιγράφει ο Θεόφραστος ενώ το δεύτερο συνθετικό creticus οφείλεται στο γεγονός ότι τα δείγματα για την περιγραφή του είχαν συλλεχθεί από την Κρήτη. Η Ξισταρκά χαρακτηρίζεται ως αειθαλής θάμνος που καλύπτεται από αστεροειδές τρίχωμα και φτάνει σε ύψος τα 150m και είναι χρώματος έντονου πράσινου. Τα αστεροειδή άνθη που εμφανίζονται μεταξύ Φεβρουαρίου – Ιουνίου είναι χρώματος ροζ με στήμονες έντονου κίτρινου χρώματος δημιουργώντας έτσι μια έντονη και όμορφη αντίθεση[ 1,2]. Στην Κύπρο, το φυτό είναι επίσης γνωστό με τις ονομασίες λουβιδκιά, λεούτιν ή λαδανιά εξαιτίας του λάδανου, της αρωματικής ουσίας που παράγεται από τους αδένες των τριχών στους νεαρούς βλαστούς του φυτού [1,2,3].

Το λάδανο αποτέλεσε από την αρχαιότητα σημαντικό υλικό για την αρωματοποιία και την σαπωνοποιία λόγω της γλυκιάς και ευχάριστης οσμής που αναδύει και γι αυτό η συλλογή και εξαγωγή του αποτέλεσε μια σημαντική και προσοδοφόρα δραστηριότητα κυριότερα για τους κατοίκους των Λευκάρων και της Τιλλιρίας [1,2]. Η μέθοδος συλλογής από την αρχαιότητα μέχρι και τις αρχές του 20ου αι. δεν έχει διαφοροποιηθεί και βασιζόταν κυρίως στην χρήση αιγών και άλλων κοπαδιών. Συγκεκριμένα, καθημερινή συνήθεια των βοσκών κατά την Άνοιξη και το Καλοκαίρι ήταν να οδηγούν τα κοπάδια τους σε περιοχές που αφθονούσε το φυτό για να μπορέσει το λάδανο να κολλήσει πάνω στο τρίχωμα των ζώων. Τα ζώα στη συνέχεια κουρεύονταν και το μαλλί βραζόταν σε ζεστό νερό το οποίο στη συνέχεια περνούσε από διαδικασία διήθησης ώστε να συλλεχτεί η αρωματική ουσία [1,2,3].

Πέραν από την χρήση του λαδάνου για αρωματικούς σκοπούς, το έλαιο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί και ως υποκατάστατο του σαπουνιού αφού όταν βραστεί με τα ρούχα παρατηρείται έντονος αφρισμός που απομακρύνει τις ακαθαρσίες από τα ρούχα. Επιπρόσθετα, παλαιότερα το λάδανο είχε περιγραφεί από τον Διοσκουρίδη ως υλικό για δημιουργία επαλείμματος κατά της τριχόπτωσης ενώ παράλληλα χρήση του παρατηρείται στην παρασκευή του άγιου μύρου και θυμιαμάτων [1,2].

Τέλος, τα νεαρά άνθη του φυτού χρησιμοποιούνται για την παρασκευή τσαγιού το οποίο παρουσιάζει φαρμακευτικές ιδιότητες ως προς την μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο αίμα [4]. Παρόλο που το φυτό αυτό είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στο νησί μας εντούτοις οφείλει ο καθένας ξεχωριστά να σεβαστεί και να προστατεύσει τους φυσικούς οικοτόπους του φυτού αυτού περιορίζοντας κάθε παρέμβαση που θα μπορούσε να αποβεί επιζήμια για αυτό το τόσο ιστορικό και ευεργετικό φυτό. Μπορούμε;

ΠΗΓΕΣ:

[1] Τσιντίδης, Τ., Χατζηκυριάκου, Γ., Χριστοδούλου, Χ. (2002). Δέντρα και Θάμνοι στην Κύπρο. Λευκωσία: Ίδρυμα Α.Γ. Λεβέντη – Φιλοδασικός Σύνδεσμος Κύπρου.
[2] Χατζηκυριάκου, Γ.,2007: Αρωματικά και Αρτυματικά Φυτά στην Κύπρο. Από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα. Λευκωσία 2007
[3] http://www.pelion-paths.gr/Pelion-species.aspx?ln=gr&ID=371
[4] Υλικό Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης – Το Σπίτι του Μέλλοντος Στηρίζεται στις Χρήσεις του Παρελθόντος – Τα Φυτά στην Παράδοση της Κύπρου. – ΚΥ.Κ.Π.Ε.Ε.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ:

http://pl.wikipedia.org/wiki/Czystek_krete%C5%84ski

Διαβάστε επίσης

Οξίνιση των ωκεανών: Μια μεγάλη απειλή για τη θαλάσσια βιοποικιλότητα

Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) τους τελευταίους αιώνες έχουν αυξηθεί σε τεράστιο βαθμό ως ...